Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά 'σ ταγραφόμενα, και...τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης.Μπαίνοντας εις αυτό το έργον καιακολουθώντας ναγράφω...........(Μακρυγιάννης)

.......να γράφω δικά μου, να γράφω δικά σας, να γράφω και ξένα. Οπιανού και νάναι πάλι εγώ θα γράφω, ακόμα και αν δε μου αρέσουν αυτά που έχετε γραμμένα, απλά γιατί αρέσουν σε σας που τα γράψατε και σε σας που τα βλέπετε, κι αν σας πικράνω μη λησμονάτε τα λόγια του George Orwell ….. εάν σημαίνει κάτι τέλος πάντων η Ελευθερία, σημαίνει το δικαίωμα του να λες στους ανθρώπους αυτά που δεν θέλουν να ακούσουν.

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν και περίμεναν τον « Άγνωστο Θεό»



Ο Άγιος Αθανάσιος επί πολλά χρόνια διετέλεσε διευθυντής της περίφημης βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας στην οποία ήταν συγκεντρωμένα γραπτά κείμενα του αρχαίου κόσμου. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην είσοδο της ιερής βιβλιοθήκης υπήρχε επιγραφή που έγραφε «Ψυχῆς Ἰατρεῖον» («ἑξῆς δι’ ὑπάρχειν τήν ἱεράν βιβλιοθήκη, ἐφ’ ἧς ἐιγέγραφθαι «Ψυχῆς Ἰατρεῖον»» (Διόδωρος, Βιβλιοθήκη, 1, 49, 3)
Στο έργο του «Ἐξηγητικόν περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις ναοῦ» επεξηγεί σε ποιον πραγματικά ανήκε ο ναός του Αγνώστου Θεού των Αθηνών, παραθέτοντας τις προφητείες των Ελλήνων δια την έλευση του Χριστού στην γη.
Το εν λόγω έργο του Αγίου διασώζεται στον κώδικα α. Vat. Gr. 1198 της Βατικανής βιβλιοθήκης, στον κώδικα Bodleianus Roe 5 της Bodleian Βιβλιοθήκης της Οξφόρδης καθώς και σε δύο συλλογές με τίτλο Τα Ευρισκόμενα Πάντα Αγίου Αθανασίου, οι οποίες βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αθήνας (θεολ. 665 και θεολ. 667).
Ο Άγιος Αθανάσιος μας εξιστορεί ότι πολλά χρόνια προ της Ελεύσεως του Χριστού στην γη, κάποιος σοφός ονόματι Απόλλων, από τον Θεόν παρακινούμενος, όπως πιστεύει, έκτισε το ναό στην Αθήνα, αφού έγραψε εις αυτόν τον βωμό «Ἀγνώστῳ Θεῷ».

Περί του ναού, και περί των διδασκαλείων,
Και των θεάτρων των εν Αθήναις.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

Εξηγητικόν περί του εν Αθήναις ναού
«Τούς τάς θείας γραφάς μη ἐπισταμένους, ἐξ αὐτῆς λοιπόν τῆς τῶν πραγμάτων φύσεως, πεῖσαι ὀφείλομεν περί θεογνωσίας λέγειν, ὁρῶμεν γάρ τινας οὐσίας ἐν τῇ κτίσει οὐ κατά φύσιν, ἀλλά ὑπέρ φύσιν μετά ἀλλήλων ὑπηρετούσας οἷόν τι λέγω, φύσις τῶν ὑδάτων, οὐσία ῥευστή, καί κατωφερής ὑπάρχει, πῶς ὁρῶμεν τούς λεγομένους σίφωνας έκ τῆς θαλάσσης ὕδωρ πρός τάς νεφέλας ἀνάγοντας· τό δέ θαυμαστόν ρητόν τό ἁλμυρόν ἀνερχόμενον, γλυκύ ἐπί γῆς διά τῶν ὄμβρων κατέρχεται· πῶς δέ πάλιν ἡ τῶν σωμάτων φύσις βολιστική κατά φύσιν ὑπάρχουσα, ὁρᾶται ἀβόλιστος, καί ἄδυτος ἀν τοῖς ὕδασι τῆς Μαρμαρικῆς Πενταπόλεως; οὐ μόνον δέ, ἀλλά γάρ καί ὕδατος καί πυρός ἐναντία ἡ φύσις ὑπάρχουσα, ἐν τῷ ἅμα ἦν, ὅτε ἐν Λυκίας τῷ ὅρει τῷ λεγομένῳ Ὀλύμπῳ, καθώς μυριάδες ἀνδρῶν ἑωράκασι, καί μέχρι τοῦ νῦν ἐκείνων βλέπουσι, καί ἄλλα παράδοξα ἐν τῇ κτίσει θεωρούμενα, καί θαυμαζόμενα, ἅτινα οὐκ ἄν οὕτως ὑπέρ φύσιν γενέσθαι ἔμελλον εἰ μή οὐσίας τις θεοῦ ἦν τούτων δεσπόζουσα, καί τούτοις ἐπιτρέπουσα, ἀλλήλοις μή ἀντιτάττεσθαι. ὦ Ἑλλήνων παῖδες, βροντῆς στερρᾶς γινομένης, πῶς ἅπασα ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις τρέμει, φρίττει τε καί ἐξίσταται μηνύουσα διά τοῦ σχήματος, ὅτι ὑπό δεσπότου ἐστίν, τοῦ τάς βροντάς ἐργαζομένου»

Αυτούς οι όποιοι δεν γνωρίζουν καλά τις θείες γραφές, από την ιδίαν λοιπόν την φύση των πραγμάτων, οφείλομε να πείσουμε ώστε να ομιλούν δια την θεία γνώση. Διότι βλέπομε μερικές ουσίας εις την δημιουργία να είναι όχι σύμφωνες προς την φύση τους, αλλά υπεράνω της φύσεως τους να υπηρετούν η μία την άλλη ως παράδειγμα αναφέρω, την φύση των υδάτων, η οποία ως ουσία ρευστή και καθοδική υπάρχει, πώς βλέπουμε τους λεγόμενους στροβίλους από την θάλασσαν να οδηγούν το νερό άνω προς τις νεφέλες, και το θαυμαστό ρητό ότι το αλμυρό νερό ανέρχεται, ενώ το γλυκό κατεβαίνει με την βροχή εις την γη; Πώς λοιπόν πάλι η φύσις των σωμάτων αν και είναι σύμφωνος προς την φύση, φαίνεται μη καθοδική και αβύθιστος στα νερά της Μαρμαρικής Πενταπόλεως; Όχι μόνον αυτό, αλλά μάλιστα και ή φύσις ενώ είναι αντίθετος με το ύδωρ και το πυρ, συγχρόνως ήταν κάποτε εις το όρος τής Λυκίας το ονομαζόμενο Όλυμπο, όπως χιλιάδες ανθρώπων έχουν δει και μέχρι σήμερον εκείνων βλέπουν, και άλλα παράδοξα ορατά εις την κτίση και άξια απορίας, τα οποία δεν επρόκειτο να υπερβούν την φύση των εάν δεν δέσποζε εις αυτά κάποια θεϊκή ουσία, επιτρέποντας των να μην αντιτάσσονται μεταξύ των· ώ παίδες Ελλήνων, όταν ξεσπάσει ισχυρή βροντή, πώς τρέμει και εξίσταται ολόκληρος η φύσις των ανθρώπων φανερώνοντας με το σχήμα της, ότι ευρίσκεται κάτω από τον Δεσπότη, ο όποιος προκαλεί τις βροντές.

«Καί ταῦτα μέν πρὸς τούς ἀφελεστέρους τῶν Ἑλλήνων ἠγοῦν ἀγραμμάτοις, εἰς θεογνωσίαν φέροντα ὑποδείγματα, πρός δέ τούς παρά αὐτοῖς σοφούς, ἐκ φιλοσόφων ἀρχαίων δυνατῶν, μαρτυρίας πολλάς περί θεοσέβειας τινές Ἑλλήνων σοφοί ἔφασαν, ἀλλά καί τήν τοῦ Χριστοῦ οἰκονομίαν ἀμυδρῶς προεμήνυσαν. καί γάρ πρό πολλῶν χρόνων ταῆς Χριστοῦ ἐπιδημίας, σοφός τίς ὀνόματι Ἀπόλλων, θεόθεν, ὡς οἶμαι, ἐπικινηθείς, ἔκτισε τόν ἐν Ἀθήναις ναόν, γράψας ἐν αὐτῷ βωμῷ, ἀγνώστῳ θεῷ· ἐν αὐτῷ τοίνυν συνήχθησαν οἱ πρώτοι τῶν Ἑλλήνων φιλόσοφοι, ἵνα περί τοῦ ναοῦ ἐρωτήσωσιν αὐτόν, καί περί προφητείας καί θεοσέβειας, ὧν τά ὀνόματα ἐροῦμεν ταῦτα. Πρῶτον Τίτων, δεύτερος Βίας, τρίτος Σόλων, τέταρτος Χείλων, πέμπτος Θουκυδίδης, ἑκτός Μένανδρος, ἕβδομος Πλάτων. οὗτοι οἱ ἑπτά φιλόσοφοι ἔφησαν τῷ Ἀπόλλωνι· Προφήτευσον ἡμῖν, προφῆτα, ὦ Ἄπολλον, τίς ἐστιν ὅδε εἶπον. τίνος ἔτι ὁ μετά σέ βωμός οὗτος; πρὸς οὕς ὁ Ἀπόλλων ἔφη· Ὅσα μέν πρὸς ἀρετήν καί κόσμον ὀρώρετε ποιεῖν, ποιεῖτε. ἐγώ γάρ ἐφετμεύω τρισένα ὑψιμέδοντα. οὗ λόγος ἄφθεγκτος ἐν ἀδείω κόρη ἔγκυμος ἔσται, ὥσπερ πυροφόρον τόξον ἅπαντα κόσμον ζωγρήσας, πατρί, προσάξει δῶρον. Μαρία δέ τό όνομα αὐτῆς.»

Και αυτά όσον άφορα στους αφελέστερους από τους Έλληνας, δηλαδή τους αμόρφωτους, πού φέρνουν παραδείγματα δια την θεογνωσία. Ενώ σχετικά με τους σοφούς, κάποιοι Έλληνες σοφοί εκ των αρχαίων σπουδαίων φιλοσόφων, ανέφεραν πολλές μαρτυρίες δια την θεοσέβεια, αλλά προανήγγειλαν αμυδρά και την του Χριστού οικονομία.
Διότι πολλά έτη προ της Ελεύσεως του Χριστού, κάποιος σοφός ονόματι Απόλλων, από τον Θεό παρακινούμενος όπως πιστεύω, έκτισε τον ναό στην Αθήνα, αφού έγραψε εις αυτόν τον βωμό, Αγνώστω Θεώ. Εις αυτόν λοιπόν συγκεντρώθηκαν οι πρώτοι φιλόσοφοι των Ελλήνων, δια να τον ρωτήσουν σχετικώς με τον ναόν, και δια την προφητεία, και την θεοσέβεια, των οποίων τα ονόματα αυτά θα αναφέρουμε. Πρώτος ο Τίτων, δεύτερος ο Βίας, τρίτος ο Σόλων, τέταρτος ο Χείλων, πέμπτος ο Θουκυδίδης, εκτός ο Μένανδρος, έβδομος ο Πλάτων. Αυτοί οι επτά φιλόσοφοι είπαν προς τον Απόλλωνα: «Προφήτευσε σε μας προφήτη Απόλλωνα, ποίος ήταν εδώ, τίνος ακόμη είναι ο βωμός αυτός μετά από εσένα;»
Προς αυτούς ο Απόλλων είπε: Όσα σχετικά με την αρετή και την κοσμιότητα παρακινείτε να κάνουν, πράττετε και σεις. Διότι εγώ προφητεύω κυβερνήτη με τριπλή υπόσταση εις μίαν. Του οποίου ο ανείπωτος Λόγος θα κυοφορηθεί εις ανυποψίαστη κόρη, όπως ακριβώς το πυρφόρο τόξο, αφού αιχμαλωτίσει όλον γενικώς τον κόσμο, θα τον προσφέρει ως δώρο εις τον Πατέρα. Μαρία σε το όνομα αυτής



«Ἔστί δέ ἡ λύσις προφητείας οὕτως· περί μέν τοῦ ναοῦ ἐστιν ὁ πρῶτος λόγος, ὅσα, φησί, πρός κόσμον τοῦ ναοῦ, καὶ κάλλος δυνατόν ὑμῖν ποιῆσαι, τά ἀρέσκοντα τῷ θεῷ καὶ ἀνθρώποις <ποιεῖτε>. ἐγώ γάρ ὑπολαμβάνω εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ τρισυπόστατον μέγαν ὕψιστον βασιλέα, τούτου ἄναρχος θεός, καὶ λόγος ἐν ἀγάμω κόρη σαρκοῦται, καί ὥσπερ πυροφόρον τόξον, ἤ ὡς δυναμώτερον, <εἰς> ἅπαντα κόσμον φανήσεται, ἁλιεύων τοὺς ἀνθρώπους, ὥσπερ ἰχθύα ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς ἀπιστίας καί ἀγνωσίας, οὕστινας προσάξει τῷ ἑαυτοῦ πατρί δῶρον· Μαρία δέ τό ὄνομα αὐτῆς. καί τοῦτο μέν προφητεύων ὁ Ἀπόλλων εἶπε. Τίτων ἔ'φη· Ἥξα ἡ ἀνίσχουσα ὑμῖν μέλλων τόν οὐράνιον τοῦ θεοῦ, καί πατρός παῖδα ἡ ἄναρχος κόρη κύει, Βίας εἶπεν· Οὗτος ἐστιν ἀπό οὐρανῶν βεβηκώς, φλογός ὑποβαλών ἀθάνατον πῦρ. ὅν τρέμει οὐρανός γῆ τε <καί> θάλασσα, τάρτατοι καί βύθιοι δαίμονες, αὐτοπάτωρ τρισόλβιος. Σόλων εἶπεν· Ὀψέ ποτε ἐπί τήν <πολυ> σχεδήν ταύτην ἐλάσεις θεός γαῖαν, καί δίχα σφάλματος σάρξ γενήσεται ἀκαμάτου θεότητος, ἀνιάτων παθῶν λύσεις φοροῦσα, καί τούτω πικρός γενήσεται φθόνος λαοῦ, καί προς ὕψος κρεμασθεῖς, ὡς θανάτου κατάδικος, εἰς πάντα πρᾶος πεσεῖται. Χείλων εἶπεν· Ἀκάματος φύσις θεοῦ γενήσεται, ἐξ αύτοῦ δέ ὁ αὐτός οὐσία, καί λόγος.»

Υπάρχει η εξήγησης της προφητείας ως έξης: Σχετικώς με τον ναό είναι ο πρώτος λόγος. Αναφέρει, όσα είναι σχετικά με την διακόσμηση του ναού και είναι δυνατόν εις υμάς να προξενήσουν ομορφιά, εις τον Θεό και εις τους ανθρώπους όσα αρέσκουν να κάνετε. Διότι εγώ θεωρώ ότι είναι ο μέγας ύψιστος βασιλεύς ο τρισυπόστατος εις τον ουρανό. Και ο Λόγος αυτού ως άναρχος Θεός, εις παρθένο κόρη ενσαρκώνεται, όπως ακριβώς το πυρφόρο τόξο, ή όσο γίνεται ισχυρότερα, όλα θα τα αποκαλύψει εις τον κόσμο, αλιεύοντας τους ανθρώπους, όπως ακριβώς τον ιχθύ από τον βυθό της απιστίας και της αγνοίας, τους οποίους θα προσφέρει ως δώρο εις τον Πατέρα του-Μαρία το όνομα αυτής. Αυτά προφητεύοντας είπε ο Απόλλων.
Ο Τίτων είπε: «Θα έλθει αυτή η οποία θα υψώσει προς χάριν μας το ουράνιο παιδίο του Θεού και Πατρός- η παρθένος κόρη κυοφορεί».
Ο Βίας είπε: «Αυτός είναι ο όποιος ήλθε από τους ουρανούς, αφού υπέταξε το αθάνατο πυρ της φλογός. Αυτόν τρέμει ο ουρανός, η γη και ή θάλασσα, οι τάρταροι και οι υποχθόνιοι δαίμονες, τρισμακάριος ο ίδιος ο Πατέρας». Ο Σόλων είπε: «Ως Θεός θα φθάσει εις αυτήν την πολυδιηρημένην γη και θα γεννηθεί με σάρκα αλάθητο. Με ανεξάντλητα όρια ως θεότητα θα απαλλάξει τον άνθρωπο από την φθορά των ανιάτων παθών. Και τούτων θα τον φθονήσει άπιστος λαός και αφού κρεμαστεί υψηλά ως κατάδικος εις θάνατον, όλα θα τα υποφέρει με πραότητα».
Ο Χειλών είπε: «Άφθαρτος φύσις του Θεού θα γεννηθεί, εξ αυτού δε ο ίδιος ως ουσία και Λόγος».

«Θουκυδίδης εἶπε· θεόν σέβου καί μάνθανε. μή ζήτει δέ τις ἐστι καί πῶς; οὐ γάρ ἔστιν ὅτε οὐκ ἔστιν, ὡς ὄντα τοῦτον σέβου καί μάνθανε. ἀσεβής γάρ τόν νοῦν ὁ θέλων μανθάνειν θεόν. Μένανδρος εἶπεν· ὁ παλαιός νέος, καί ὁ νέος ἀρχαῖος, ὁ πατήρ μόνος, καί ὁ μόνος πατήρ, τό ἕν τρία καί τά τρία ἕν. ἄσαρκον σαρκικόν. γῆ τέτοκε τόν οὐράνιον βασιλέα. Πλάτων εἶπεν ἐπειδή ὁ θεός ἀγαθός, οὐ πάντων εἶναι αἴτιος, ὡς οἱ πολλοί λέγουσιν. πολλῶν δέ ἀναίτιος, καί τῶν μέν ἀγαθῶν, οὐδέν ἄλλο φαμέν αἴτιον εἶναι μόνον τῶν καλῶν, κακῶν δέ οὐκέτι. Αὖ πάλιν ἔφησαν οὖτοι οἱ ἑπτά καί εἶπον. εἰ μέν περί τῆς τοῦ Χριστοῦ οἰκονομίας, καί περί τῆς ἁγίας τριάδος. Ἄλλος δέ τις τῶν Ἑλλήνων σοφός μεθ' ἑτέρων τινῶν, Άσκληπιός λεγόμενος, αἰτησάντων ἑρμηνείαν τῶν πάντων φιλοσόφων φιλοσοφώτερον δοῦναι αὐτοῖς λόγον περί θεοῦ φύσεως, ὁ δέ Ἑρμης λαβών σιφέριον ἔγραψεν οὕτως· εἰ μή πρόνοια τις τοῦ τῶν πάντων κυρίου, οὐ μήν τόν λόγον τοῦτον ἀποκαλύψαι ἠβούλοντο· οὐδέ ὑμᾶς τοιούτοις ἔργοις κατεῖχεν, ἵνα περί τούτων ἐρωτήσητε. οὐ γάρ ἐφικτόν ἐστιν εἰς ἀμυήτους τοιαῦτα παρασχέσθαι μυστήρια· ἀλλά τῷ νοΐ ἀκουσάντων ἀκούσατε· ἐν μόνον ἦν· φῶς νοερόν πρό φωτός νοεροῦ, καί ἦν αὐτά ἕνωσις ἐκ τοῦ νοῦ φωτί καί πνεύματι. τά πάντα ἐξ αὐτοῦ, καὶ εἰς αὐτόν, εἰς γόνιμον ἐκ γονίμου, κατελθών ἐπί γονίμῳ ὕδατο ἔγκυον τό ὕδωρ ἐποίησεν. Οἶδας πῶς οἱ τῶν Ἑλλώνων παῖδες προεφήτευσαν καί τόν προάναρχον θεόν καί τόν συνάναρχον αὐτοῦ υἱόν καί λόγον, καὶ τὸ σύνθρονον αὐτοῦ καὶ ὁμοοῦσιον πνεῦμα προεκήρυξαν, καὶ τὰ τίμια τοῦ σταυροῦ πάθη προεκύρηξαν· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος σύν τῷ παναγίῳ πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας ταῶν αἰῶνων. ἀμήν»

Ο Θουκυδίδης είπε: «Να σέβεσαι τον Θεό και να κατανοείς. Μην ζητείς (να μάθεις) ποίος είναι, και πώς. Διότι ουδέποτε είναι ανύπαρκτος, ως υπάρχοντα λοιπόν να τον σέβεσαι και να τον αντιλαμβάνεσαι. Διότι είναι άσεβης αυτός ο όποιος θέλει σύμφωνα με τον νουν να εξακριβώσει τον Θεό». Ο Μένανδρος είπε: «Ό παλαιός νέος και ο νέος αρχαίος. Ο Πατέρας μοναδικός, και ο μοναδικός Πατέρας. Το ένα τρία, και τα τρία ένα. Άσαρκο, ένσαρκο. Η γη γέννησε τον ουράνιο βασιλέα». Ο Πλάτων είπε: «Επειδή ο Θεός είναι αγαθός, δεν είναι αίτιος δια τα πάντα, όπως οι πολλοί λέγουν. Είναι αναίτιος δε δια πολλά, και δια τα μεν αγαθά είναι αίτιος, δια τίποτε άλλο δεν λέμε ότι είναι αίτιος παρά μόνον δια τα καλά, δια τα κακά δε καθόλου».
Και πάλιν αυτοί οι επτά σοφοί ισχυρίστηκαν και είπαν. Επειδή (μίλησαν) δια την οικονομία του Χρίστου και δια την Αγία Τριάδα. Κάποιος άλλος Έλληνας σοφός μαζί με κάποιους άλλους, ο λεγόμενος Ασκληπιός, επειδή ζήτησαν όλοι οι φιλόσοφοι να δώσει ερμηνεία με φιλοσοφικότερο λόγο εις αυτούς δια την φύση τον θεού.
Ο δε Έρμης λαμβάνοντας έναυσμα έγραψε ως έξης: «Εάν δεν υπήρχε η πρόνοια του Κυρίου όλων, δεν θα ήθελαν να αποκαλύψουν τον λόγο αυτόν, ούτε εσάς θα τοιαύτη επιθυμία δια να ρωτήσετε αυτά. Διότι δεν είναι δυνατόν εις αμύητους να παραδίδονται τοιαύτα αλλά αφού κατανοήσατε με τον νού ακούσατε. Ένα και μοναδικό ήταν Φανερό, το όποιον προϋπήρχε του νοερού Φωτός· και ήταν αυτά ένωση από του Νου δια του Φωτός και του Πνεύματος.Τα πάντα εξ αυτού και εις αυτόν, αφού κατήλθε εις γόνιμο (φύση) εκ γονίμου (Φύσεως), εις γόνιμο ύδωρ, έγκυον κατέστησε το ύδωρ.»
Γνωρίζεις πως τα παιδιά των Ελλήνων προφήτεψαν και τον προάναρχο Θεό και τον συνάναρχο Υιό αυτού και Λόγο, και το ομόθρονο αυτού και ομοούσιο Πνεύμα προεκύρηξαν, και τα τίμια πάθη, εις αυτόν η δόξα και η ισχύς μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το πανάγιο Πνεύμα εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.





Πηγές:
α. Vat. Gr. 1198, φφ. 65α - 67α
β. Τα Ευρισκόμενα Πάντα Αγίου Αθανασίου, Παρίσι 1698. Εθνική βιβλιοθήκη Αθηνών, θεολ. 665, σελ. 598, 599



Share
Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΧΕΤΕ ΚΑΤΙ ΝΑ ΠΕΙΤΕ