Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά 'σ ταγραφόμενα, και...τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης.Μπαίνοντας εις αυτό το έργον καιακολουθώντας ναγράφω...........(Μακρυγιάννης)

.......να γράφω δικά μου, να γράφω δικά σας, να γράφω και ξένα. Οπιανού και νάναι πάλι εγώ θα γράφω, ακόμα και αν δε μου αρέσουν αυτά που έχετε γραμμένα, απλά γιατί αρέσουν σε σας που τα γράψατε και σε σας που τα βλέπετε, κι αν σας πικράνω μη λησμονάτε τα λόγια του George Orwell ….. εάν σημαίνει κάτι τέλος πάντων η Ελευθερία, σημαίνει το δικαίωμα του να λες στους ανθρώπους αυτά που δεν θέλουν να ακούσουν.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Η ιστορία διδάσκει, Σπάρτη – ένα μάθημα που εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα.


«Ένδοξοι Σπαρτιάτες»

Απόλυτη πειθαρχία – σε υπεράνθρωπο βαθμό κατά τον ίδιο τον εαυτό τους και τους άλλους. Υπακοή μέχρι τον θάνατο, υπόκλιση στο κράτος με τις ατομικές ανάγκες να είναι δευτερευούσης σημασίας έναντι εκείνων της κοινότητας: Το άτομο δεν είναι τίποτα – το σύνολο είναι τα πάντα. Έτσι γνωρίζουμε την Σπάρτη. Μια Σπάρτη «σφιχτή», οικονομικά λιτή και ενδοτική – στο εσωτερικό. Ανελέητη προς τα έξω.
Πριν η Σπάρτη γίνει «Σπάρτη», ήταν το κέντρο της αρχαιότητας για τους ποιητές, τους καλλιτέχνες και τους μουσικούς. Σήμερα θα λέγαμε ήταν από τα πιο «καυτά» μέρη του αρχαίου κόσμου, τρελά πάρτυ, πολυτελείς δεξιώσεις – το σκηνικό της Σπάρτης ήταν διάσημο, και όποιος ήθελε να γίνει κάτι στη ζωή του, ένα προσκύνημα στην πόλη της Πελοποννήσου ήταν απαραίτητο. Σπάρτη – ήταν ένα άλλο όνομα για τον πολιτισμό, τη διαφάνεια στην κοινωνία, τη γενναιοδωρία και την ανοχή.
Αλλά μια μέρα όλα αυτά έγιναν συντρίμμια. Το κράτος ανέλαβε τον έλεγχο, η διασκέδαση τέλειωσε. 

  • Τι είχε συμβεί; 
  • Τι οδήγησε αυτούς τους ανθρώπους σε μια ανελέητη λιτότητα και μέχρι θανάτου αυστηρή υπακοή; 
  • Τι οδήγησε μια ευτυχισμένη και μορφωμένη κοινωνία, να μετατραπεί σε μια αμείλικτη στρατιωτική δικτατορία; 
Σπάρτη – ένα μάθημα που εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα.
Ας ξεκινήσουμε με το ευχάριστο μέρος της ιστορίας. Aρχές του 7ου αιώνα π.Χ., η κοινωνία της δεν ήταν και τόσο σπαρτιατική όσο φανταζόμαστε. Η πόλη των χορών είχε προσελκύσει μεταξύ πολλών άλλων διάσημων προσωπικοτήτων και τον πολυτάλαντο Τέρπανδρο. Ο μουσικός και ποιητής από το νησί της Λέσβου ήταν περίεργος να δει και να ζήσει από κοντά την ένδοξη πόλη στον ποταμό Ευρώτα. Εδώ ακριβώς ανακάλυψε τη Μούσα της Μουσικής. Η νέα πατρίδα τον ενέπνευσε: Ο Τέρπανδρος πειραματίζεται με ήχους και όργανα. Στη λύρα του πρόσθεσε τρεις νέες χορδές, κάνοντάς την επτάχορδη, ανακαλύπτοντας έτσι τον μαγευτικό κόσμο της οκτάβας. Οι μουσικές παραστάσεις ήταν πλέον μια πραγματική απόλαυση.
Ο Τέρπανδρος είχε κερδίσει πολλούς διαγωνισμούς μουσικής και ίδρυσε την πρώτη μουσική σχολή του αρχαίου κόσμου. Το πρόγραμμα εκτός από τον αυλό και τη λύρα, είχε και μαθήματα τραγουδιού – τα περίφημα μουσικά σύνολα των αρχαίων Ελλήνων, έχουν τις ρίζες τους στη Σπάρτη. Βαρετή δεν ήταν ποτέ η πόλη, γιατί η Σπάρτη ήταν η πρωτεύουσα των τελετουργικών πρακτικών. Συνέχεια υπήρχαν γιορτές. Μεγάλη δημοτικότητα παρουσίαζε η γιορτή των Καρνείων προς τιμήν του θεού Απόλλωνα. Πραγματοποιούνταν τακτικά το καλοκαίρι προς τιμή όλων των θεών της συγκομιδής, και οι άντρες στεφάνωναν τα κεφάλια τους με αμπελόφυλλα και συγκεντρώνονταν για τελετουργικά γεύματα. Μετά το γεύμα, περνούσαν σε αθλητικούς και μουσικούς διαγωνισμούς. Η γιορτή των Καρνείων πραγματοποιύνταν και αλλού, όπως για παράδειγμα στην Κρήτη, αλλά οι Σπαρτιάτες θεωρούνταν επαγγελματίες της διασκέδασης – οι περισσότεροι από τους επισκέπτες ερχόταν σε αυτούς. Ήταν η εποχή στην οποία στην πόλη κατοικούσαν έως και δέκα χιλιάδες άνθρωποι, προερχόμενοι από όλο τον τότε γνωστό κόσμο.
Ακόμα και ο ποιητής Αλκμάν ήρθε στη Σπάρτη του έβδομου προ Χριστού αιώνα. Ήρθε από τη Λυδία της Μικράς Ασίας. Η κοσμολογία του Αλκμάνος συνδέεται σήμερα με τις σύγχρονες επιστημονικές κοσμολογικές απόψεις. Μαζί με το κοσμογονικό μοντέλο του Αλκμάν, το «Παρθένιο», ένα χορικό τραγούδι για νεαρές γυναίκες με περίπου 100 στίχους, το οποίο βρέθηκαν το 1855 από Γάλλους ερευνητές στην αιγυπτιακή έρημο. Τα κομμάτια αυτού του πάπυρου είναι σήμερα στο μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι. Ο Αλκμάν δεν ήταν οπαδός των σπαθιών και της λόγχης. Ήταν πεπεισμένος για έναν άλλο τρόπo ζωής: Οι γλυκές αποχρώσεις της κιθάρας είναι ο πραγματικός αντίπαλος του ατσαλιού. Στα τραγούδια του, εξύμνησε τη μαγεία του έρωτα, την ομορφιά της φύσης και την ανέμελη ζωή. Για τον Αλκμάν, ευτυχής είναι όποιος είναι χαρούμενος κατά την διάρκεια της ημέρας, χωρίς δάκρυα στα μάτια. Οι Σπαρτιάτες απήγγειλαν τα κείμενά του από έξω. Η Μούσα του, ήταν μια ξανθιά κυρία που ζούσε στην πόλη της Σπάρτης, της οποίας τις χάρες ο ποιητής «συσκεύασε» σε ένα πακέτο ερωτικής ποίησης. Ο Αλκμάν ήταν ένας γυναικάς: Αιώνες αργότερα, οι αναφορές του Πλούταρχου τον θέλουν να γιορτάζει τρελά και να κερδίζει τις γυναίκες με τα κολακευτικά του σχόλια. Η γενική ευημερία της Σπάρτης αντικατοπτρίζεται επίσης στη χρήση των πολλών και ανεκτίμητης αξίας στολιδιών στα θρησκευτικά τους προσκυνήματα. Τα καλύτερα γλυπτά από ελεφαντόδοντο και χάλκινα αγάλματα ανδρών και γυναικών κοσμούσαν τους ναούς της πόλεως. Τα κορίτσια απεικονίζονται συχνά γυμνά, όπως ήταν η συνήθεια σε ορισμένες θρησκευτικές τελετές, όπου τραγουδούσαν και χόρευαν γυμνές. Μερικές πρακτικές σε τελετουργίες, ειδικά οι γιορτές προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος, ξέφευγαν κυριολεκτικά από κάθε γήινο έλεγχο. Αρχαία ιστορικοί αναφέρονται στα σεξουαλικά παιχνίδια και όργια των συμμετεχόντων. Ο Τέρπανδρος τα περιγράφει λυρικά: «Εδώ ανθίζει η λόγχη των νεαρών ανδρών».
Χρήματα και φιλοδοξία υπήρχαν εξαρχάς και για τον αθλητισμό. Από το έτος 776 π.Χ. διεξάγονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες, και η Σπάρτη είχε εμπλακεί στην διοργάνωση αυτών από την αρχή. Αθλητές στάλθηκαν να εκπαιδεύονται συστηματικά για τους αθλητικούς αγώνες. Για εκατό χρόνια, οι Σπαρτιάτες είχαν τις περισσότερες εξαιρετικές επιτυχίες – το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.
Αυτή ήταν η λαμπρή, αισθησιακή και ευφάνταστη Σπάρτη.
Στη συνέχεια, όμως κάτι συνέβη σε αυτή την πόλη. Η ολυμπιακή λάμψη της Σπάρτης ξεθώριασε. Από την τέχνη και την μουσική, δεν μπορούσε κάποιος να δει και να ακούσει σχεδόν τίποτα. Το κράτος της Σπάρτης πέρασε στην εσωστρέφεια και έχασε όλη του την ευτυχία. Το ζωντανό πολιτιστικό κέντρο υποβαθμίστηκε σε ένα πεισματάρικο στρατιωτικό κράτος. Τι είχε συμβεί; Στην απάντηση παίζουν ένα σημαντικό ρόλο τα χρήματα, με τα οποία χρηματοδοτούσαν οι Σπαρτιάτες τη ζωή τους.
Μια σύντομη ματιά στην ιστορία: Οι Σπαρτιάτες ήταν μια δωρική φυλή, και γύρω στο 1200 π.Χ. ήρθαν από το βόρειο τμήμα της χώρας στη Λακωνία, στο κέντρο στην Πελοπόννησο. Το επίπεδο του ποταμού Ευρώτα στην Λακεδαίμονα έγινε γνωστό με το όνομα της Σπάρτης. Καθώς ο πληθυσμός αυξάνονταν σταθερά, μια και επιτρέπονταν στους ξένους να έρθουν και να εγκατασταθούν στην Σπάρτη, τα έσοδα από την γεωργία της περιοχής ήταν όλο και λιγότερα. Οι πόροι ήταν περιορισμένοι.
Θα έπρεπε να ανησήχυσαν για τη δική τους ευημερία. Έπρεπε κάτι να κάνουν για να βρούν νέο και εύφορο έδαφος. Σε αντίθεση με το ναυτικό της Αθήνας, η Σπάρτη δεν είχε τις ίδιες φιλοδοξίες. Οι αποικίες στο εξωτερικό δεν ήταν ο χαρακτήρα της – εκτός από τον Τάραντα, την μοναδική αποικία της Σπάρτης στην Μεγάλη Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες ήταν στην πλειοψηφία αρνητικής διάθεσης στα πολύμηνα ταξίδια. Περιβάλλονταν από βουνά, τα οποία όμως είχαν ένα ενδιαφέρον στρατηγικό πέρασμα: Δυτικά, ακριβώς πίσω από τον Ταΰγετο, υπήρχε η Μεσσηνία: Γόνιμα εδάφη, πλούσια σε φρούτα και το κρασί ήταν καταπληκτικό, έτσι την περιγράφει ο ποιητής Τυρταίος από τη Σπάρτη.
Ανυπόμονα κοίταζαν οι Σπαρτιάτες την περιοχή, η οποία ήταν περίπου τρεις φορές μεγαλύτερη από τη χώρα τους. Οι Σπαρτιάτες ήταν οι πρώτοι ανάμεσα στους Έλληνες, οι οποίοι από απληστία είχαν την επιθυμία να κατακτήσουν τη γη των γειτόνων τους, αναφέρει αργότερα ο ιστορικός Πολύβιος. Η «γη της αφθονίας» δέχθηκε επίθεση το 730 π.Χ. από τη Σπάρτη. Σχεδόν είκοσι χρόνια διήρκησε ο πρώτος Μεσσηνιακός πόλεμος. Μετά από αυτό, μια μειοψηφία 8.000 κατακτητών υποδούλωσαν τους Μεσσήνιους, οι οποίοι ήταν αριθμητικά κατά πολύ ανώτεροι. Οι γείτονες από δω και πέρα ζούσαν προς όφελος της Σπάρτης, υπό τους περιορισμούς της «κρυπτείας» φέρνοντας στα αφεντικά τους το ήμισυ των πάντων, γράφει ο Τυρταίος.
Οι Σπαρτιάτες από δω και στο εξής χρηματοδοτούσαν τον τρόπο ζωής τους με την μέθοδο της καταπίεσης – μια επικίνδυνη αυταπάτη. Δεν είχαν καμία ιδέα με ποιόν είχαν να κάνουν. Ένα μοιραίο λάθος, ιστορικής σημασίας για την μετέπειτα αμείλικτη στάση της Σπάρτης. Οι Μεσσήνιοι δεν ήταν άπειροι βάρβαροι, αλλά Έλληνες, όπως και οι Σπαρτιάτες. Υπερήφανοι, έκαναν τους μισητούς ξένους ηγεμόνες τη ζωή κόλαση. Σε κάθε γωνία της χώρας υπήρξαν εξεγέρσεις και ανταρσίες. Δεδομένου ότι η ευημερία της Σπάρτης ήταν σε Μεσσηνιακά χέρια, η καταστολή της γειτονικής χώρας ήταν το μοναδικό θέμα επιβίωσης της Σπάρτης. Η τρομοκρατία και ο κρατικός έλεγχος φάνηκε ο κατάλληλος τρόπος για να εδραιώσουν την εξουσία στη Μεσσηνίας. Η μετατροπή των ανοιχτόμυαλων, φιλότεχνων Σπαρτιατών, σε πολίτες ενός άκαμπτου στρατιωτικού συστήματος, είχε ξεκινήσει.
Ο δεύτερος πόλεμος ενάντια στους επίμονους Μεσσήνιους ξεκίνησε μερικές δεκαετίες αργότερα, γύρω στο 650 π.Χ., διήρκεσε τριάντα χρόνια και πρέπει να ήταν εξαιρετικά βίαιος. Αν πιστέψουμε τους σύγχρονους ιστορικούς, ο πρώτος Μεσσηνιακός πόλεμος ήταν «ένα παιχνιδάκι» σε όλα όσα ήρθαν μετά. Οι Μεσσήνιοι είχαν συσωρρεύσει νέες δυνάμεις, η Σπάρτη είχε εν τω μεταξύ μια σειρά από ήττες εναντίον άλλων γειτονικών κρατών, βρίσκονταν πλέον με την πλάτη στον τοίχο. Ο δεύτερος πόλεμος δεν ήταν τόσο για να συνεχίσουν να εγγυηθούν την καλή ζωή τους, αλλά ήταν θέμα της γυμνής ύπαρξής τους.
Όταν οι Μεσσήνιοι τελικά νικήθηκαν, υποδουλώθηκαν όλοι. Ως είλωτες χωρίς κανένα δικαίωμα υπηρετούν από δω και στο εξής το κράτος της Σπάρτης. Την κατανομή της κατεχόμενης γης αναλαμβάνει πλέον το σπαρτιατικό κράτος: Κάθε πολίτης της Σπάρτης έλαβε ένα κομμάτι από τη γη της Μεσσηνίας. Είχε υπολογιστεί έτσι το εισόδημα, για να φθάνει για όλους. Μια οικογένεια της Σπάρτης θα μπορούσε να βιώνει σεμνά, χωρίς όμως να χρειάζεται να εργαστεί. Θα μπορούσε έτσι να φροντίσει αποκλειστικά τις στρατιωτικές υποθέσεις και τη ζωή της κοινότητας.
Η διανομή της γης άλλαξε δραματικά τη ζωή όλων. Τώρα, το κράτος σχεδίαζε και την ιδιωτική ζωή των πολιτών. Ο στόχος των νέων νόμων του Λυκούργου ήταν να κάνει όλους τους πολίτες «ίσους μεταξύ ίσων». Παραμένει αβέβαιο σε ποιά χρονολογία έζησε, για το εάν υπήρξε ποτέ ιστορικό πρόσωπο, αλλά όχι όμως και οι νόμοι που φέρουν το όνομά του, και οι οποίοι αν και δεν καταγράφηκαν, επιβλήθηκαν για αιώνες. Κάποτε επιβλήθηκε και η Αρχή των πέντε Εφόρων – συγκρίσιμη με τις σύγχρονες υπηρεσίες πληροφοριών. Το πολιτικό σύστημα έχει επικεντρωθεί πλέον αποκλειστικά στις ανάγκες της κρατικής εξουσίας. Η δολοφονία των «κατώτερων» παιδιών, η «αγωγή» μέσω της στρατιωτικής άσκησης και τις σκληρές μεθόδους εκπαίδευσης των νέων, μείωσαν τη χαρά της ζωής από τα πρώτα βήματα αυτών.
Κάθε άνδρας έχει την υποχρέωση να παραστεί στα λεγόμενα φειδίτια (συσσίτια). Με τον τρόπο αυτό το κράτος ήλεγχε απόλυτα την οικογενειακή ζωή. Για τα μπιζέλια, το τυρί και την περίφημη «σούπα αίματος» («Μέλας ζωμός» - χοιρινό κρέας που μαγειρεύονται σε ζωμό του αίματος και ξύδι) έπρεπε να καταβάλει τη συνεισφορά του ο καθένας. Οι νόμοι του Λυκούργου δεν ήταν για τους Σπαρτιάτες τόσο μεγάλο κακό, όπως το να φάνε αυτή την «μαύρη σούπα». Οι μέρες των φανταχτερών δεξιώσεων, μακρινό προκλητικό παρελθόν.
Από την ακλόνητη πίστη στην κοινότητα γεννήθηκε επίσης μια εντελώς νέα τεχνική πολέμου: Η φάλαγγα, η οποία στον δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο ήταν μια μεγάλη επιτυχία. Δεν είναι πλέον η τακτική της μονομαχίας, αλλά το άρτια εκπαιδευμένο σύνολο των στρατιωτών που θα πρέπει να καταστρέψει τον εχθρό. Η φάλαγγα είναι το κατ 'εξοχήν σύμβολο της σπαρτιατικής ισότητας. Όλοι οι μαχητές τοποθετούνταν ακριβώς σε μια γραμμή, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να αποχωρήσει από τη γραμμή – διαφορετικά το όλο σύστημα θα κατέρρεε. Η φάλαγγα συνέχισε να υπάρχει και στην κοινωνική ζωή του ατόμου. Ο στόχος των νόμων του Λυκούργου ήταν να είναι οι πολίτες «όμοιοι». Στη νέα κοινωνική τάξη δεν μετρούσε άλλο το άτομο, αλλά το σύνολο.
Αλλά η ισοπολιτεία είναι ο θάνατος του κάθε πολιτισμού. Η τέχνη χρειάζεται έναν προσωπικό χώρο, στον οποίο η φαντασία αφήνεται ελεύθερη. Στη Σπάρτη, η παραγωγής τέχνης μειώθηκε με την εισαγωγή μιας νέας ιδεολογίας για την κοινότητα. Το πολιτικό σύστημα ψύχρανε, και η Σπάρτη έχασε τη φήμη της ως η πατρίδα της Μούσας.
Η εξάρτηση από ξένες πηγές ήταν η ρίζα του κακού της Σπάρτης. Η καταστολή της Μεσσηνίας και ο μηχανισμός ελέγχου αυτής, έκαναν τους Σπαρτιάτες σκλάβους του δικού τους συστήματος. Μέσω μιας πρωτοφανής ακαμψίας, το αστυνομικό κράτος εμπόδισε οποιαδήποτε ανάπτυξη. Ο Αριστοτέλης προδιορίζει με τον θεσμό της «ξενηλασίας» την αιτία της απόστασης που χωρίζει τη Σπάρτη από άλλες πολιτείες. Οι ξένοι διώχτηκαν, η παραμονή των Σπαρτιατών σε άλλες χώρες απαγορεύτηκε. Ταυτόχρονα, ο αριθμός των Σπαρτιατών πολιτών μειώθηκε από περίπου 8.000 τον έκτο αιώνα π.Χ. σε περίπου χίλια άτομα τον τέταρτο αιώνα π.Χ. Η καταστροφική απώλεια του πληθυσμού στη χώρα τους, έφερε τη Σπάρτη σε μια βαθιά κοινωνική κρίση. Με τεράστια προσπάθεια και μια στρατιά από ξένους μισθοφόρους και κρατικούς σκλάβους η Σπάρτη πέτυχε τον 4ο αιώνα την στιγμιαία υπεροχή στην Ελλάδα, αλλά η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη. Το άκαμπτο σύστημα δεν είχε πρόβλημα επιβίωσης με τους περιορισμούς που επέβαλε, αλλά δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει την αυξημένη δύναμη της ξένης επιρροής. Το σύστημα κατέρρευσε από την ίδια την σκληρότητα, απέναντι στον εαυτό του. Η Σπάρτη βρίσκονταν πεσμένη στο έδαφος, πολιτικά και οικονομικά.
Η Σπάρτη δεν έχει μείνει στον αρχαίο κόσμο. Η ανάπτυξη μιας κοινωνίας της διαφάνειας σε μια κλειστή, της ευτυχίας σε κακουχίας, του φιλελευθερισμού σε τρομοκρατίας, δεν γνωρίζει τα σύνορα του χρόνου.
Η ιστορία του ανθρώπου της Σπάρτης φανερώνει με καταπληκτικό τρόπο τις δομές καθώς και τους μηχανισμούς της κρατικής εξουσίας: Η πρώην φιλελεύθερη διακυβέρνηση μιας κοινωνίας ελαχιστοποιείται υπό την πίεση των μειωμένων πόρων. Βλέπει δύο τρόπους για να διατηρήσει τον πλούτο: Ο πληθυσμός πρέπει να μειωθεί και νέα γη να κατακτηθεί. Η Σπάρτη έστειλε τα παιδιά της και κατέλαβαν τη γειτονική χώρα της Μεσσηνίας – η αρχή της καταπίεσης και της κακουχίας.
Χθες και σήμερα, κατά κύριο λόγο η διατήρηση των οικονομικών πόρων και η διατήρηση της εξουσίας, συντηρείται αν χρειαστεί με τη βία. Η κινητήρια δύναμη της επιθετικότητας είναι ο φόβος. Ο φόβος του κενού. Κενές αποθήκες τροφίμων στην Σπάρτη – κενά ταμεία, άδεια πορτοφόλια και μια «άδεια» ζωή, επειδή η εκπλήρωση των επιθυμιών και των ονείρων είναι όλο και πιο απίθανη. Ο φόβος όμως, έχει ανάγκη από μια λογική στρατηγική. Ο φόβος είναι χρήσιμος, ακόμα και ζωτικής σημασίας, αν κατανοηθεί ως μια έγκαιρη προειδοποίηση και υπάρχει ο χρόνος για κατάλληλες ενέργειες. Αν ο φόβος έρθει καθυστερημένα, φαίνεται απειλητικός – και αποκρούεται με σκληρότητα. Η ψυχαναγκαστική πειθαρχία, η βιαιότητα και μια ανελέητη λιτότητα βοηθούν το κράτος, όπως και το άτομο, να κρύψει αυτή τη δυσάρεστη αίσθηση.
Ο φόβος της Σπάρτης να χάσει την ευημερία της, ήταν το έναυσμα για τη βίαιη καταστολή των Μεσσηνίων – και έτσι παράχθηκε ένας νέος φόβος: Ο (δικαιολογημένος) φόβος από τους καταπιεζόμενους. Με αυτό το φόβο κινήθηκαν πιο κοντά, ζητώντας την προστασία της κοινότητας – και ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν την ατομικότητα τους και τα πολιτικά δικαιώματά τους.
Η μοίρα της Σπάρτης είναι αντιπροσωπευτική της τύχης όλων των κοινωνιών που προσπαθούν σε βάρος των άλλων να επιτύχουν τη δική τους ευημερία. Για ένα διάστημα, αυτό λειτουργεί, είναι το μάθημα της ιστορίας. Όμως τελικά η πίεση από έξω είναι μεγαλύτερη – η αρχή του τέλους. Η ιστορία διδάσκει επίσης ότι κάθε κοινωνία έχει την πεποίθηση ότι μπορεί να ξεφύγει από αυτή τη μοίρα, τη μοίρα της Σπάρτης.
Οι περήφανοι Σπαρτιάτες το πίστευαν επίσης, έως ότου μια μέρα το 371 π.Χ. μια ολόκληρη Ελλάδα να αιφνιδιάζεται και να συνταράσσεται από την τύχη της σπαρτιακής φάλαγγας στα Λεύκτρα.









Share
Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΧΕΤΕ ΚΑΤΙ ΝΑ ΠΕΙΤΕ