Ο χώρος της Ελεύθερης «πνευματικής φλυαρίας».Ενημέρωση,Καταγγέλιες,Απόψεις,Σκέψεις,Ιδέες από όλους για όλους και για όλα!
Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά 'σ ταγραφόμενα, και...τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης.Μπαίνοντας εις αυτό το έργον καιακολουθώντας ναγράφω...........(Μακρυγιάννης).......να γράφω δικά μου, να γράφω δικά σας, να γράφω και ξένα. Οπιανού και νάναι πάλι εγώ θα γράφω, ακόμα και αν δε μου αρέσουν αυτά που έχετε γραμμένα, απλά γιατί αρέσουν σε σας που τα γράψατε και σε σας που τα βλέπετε, κι αν σας πικράνω μη λησμονάτε τα λόγια του George Orwell ….. εάν σημαίνει κάτι τέλος πάντων η Ελευθερία, σημαίνει το δικαίωμα του να λες στους ανθρώπους αυτά που δεν θέλουν να ακούσουν.
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012
Αθανάσιος Μ π ε λ ι ά ς ή Κ α ρ ά μ π ε λ ι α ς...Για τους Θρακιώτες έγινε Θρύλος,Ο χαμός του έγινε τραγούδι
Στις
12:57 μ.μ.
Αναρτήθηκε από
Αnastasia
Αθανάσιος Μ π ε λ ι ά ς ή Κ α ρ ά μ π ε λ ι α ς
....που γεννήθηκε στην Κορνοφωλιά του Έβρου γύρω στα 1795. Για τους Θρακιώτες έγινε Θρύλος....Ο χαμός του έγινε τραγούδι.
"'Ποιός είδε ήλιον το βράδυ και άστρο το μεσημέρι,
ποιος είδε τον Καραμπελιά, του Καπετάν Θανάση,
η μάνα του, που κάθονταν σε ένα σταυροδρόμι,
όποιοι διαβάτες κι αν περνούν όλους τους ερωτούσε:
Διαβάτες πού θεν έρχεσθε, μην είδατε το γυιό μου,
το γιο του Καραμπελιά, του Καπετάν Θανάση.
Ένας της λεει δεν είδαμε, άλλος της λεει δεν ξέρω
και ο τρίτος ο μικρότερος της λεει την αλήθεια.
- Αλήθεια μεις τον είδαμε να είναι λαβωμένος,
τον πιάσαν και τον δέσανε, πάνε να τον κρεμάσουν.
Χίλιοι πηγαίνουν που μπροστά, χίλιοι πηγαίνουν πίσω.
Κατόπι πηγαίνει η μάνα του σαν φύλλο μαραμένη,
σαν φύλλο, σαν τριαντάφυλλο, για να τον παραστέκει.
Στη μέση πηγαίνει ο Κραμπελιάς, ο Καπετάν Θανάσης
με αλυσίδες στο λαιμό, στα χέρια και στα πόδια,
με αίματα στο μέτωπο, λαβωματιά στα στήθη.
Ατρόμητος, περήφανος, σα νάτανε λιοντάρι,
σαν είδε και τη μάνα του άρχισε να της λεει:
-Σύρε, μάνα μου, πιο μπροστά να τους παρακάλεσης
να μη με πάνε απ’ το χωριό, το έρημο το Κάστρο,
μόν’ να με πάνε απ' τα βουνά, ψηλά απ' τα κορφοβούνια,
γιατ' έχω εχθρούς, που χαίρονται και φίλους, που λυπούνται.
Στο δρόμο, που τον πήγαιναν, άρχισε το τραγούδι
"Μουστάκι μου, μαυριδερό και φρύδια μου γραμμένα
δεν σ' έπρεπαν τα σίδερα κι αλυσίδα στο λαιμό σου.
Μον' σ' έπρεπε να κάθεσαι στης Κίμπραινας τα λημέρια, νάχης αρνιά να ψήνονται, περδίκια σουβλισμένα,
νάχης και το γλυκό κρασί να τρώγεις και να πίνεις,
νάχης και τα Κλεφτόπουλα τους Τούρκους να τρομάζεις".
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΕΧΕΤΕ ΚΑΤΙ ΝΑ ΠΕΙΤΕ